Οι συμβάσεις outsourcing αποτελούν εντέλει καταστρατήγηση του εργατικού δικαίου; Η νομολογία του ΑΠ δεν το επιβεβαιώνει.

Στο τεύχος 172 του περιοδικού σας, και συγκεκριμένα στην στήλη EMPLOYMENT LAW, δημοσιεύθηκε άρθρο της κας Ευαγγελίας Πατσιαλού, Ασκουμένης Δικηγόρου, με τίτλο: «ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΕΡΓΟΥ OUTSOURCING ΥΠΟ ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΑΤΗΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ» και υπότιτλο «Αποτελεί το Outsourcing μια μορφή μεσιτείας με σκοπό την καταστρατήγηση των εργατικών διατάξεων;».

Στο κείμενό της, η συντάκτρια του άρθρου αναφέρεται στις συμβάσεις outsourcing ως μέσου οργάνωσης της επιχειρηματικής δράσης των επιχειρήσεων, με ανάθεση εργασιών της επιχείρησης, σε εξειδικευμένο προσωπικό, το οποίο παρέχεται μέσω τρίτων φυσικών ή νομικών προσώπων, το οποίο (προσωπικό) συχνά απασχολείται στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης με συμβάσεις έργου που καταρτίζονται μεταξύ κυρίου του έργου και εργολάβου.

Στο άρθρο γίνεται αναφορά σε δύο δικαστικές αποφάσεις: της υπ΄αριθ. 43/2020 «Εφετειακής απόφασης» και της υπ’ αριθ. 2237/2019 «Πρωτόδικης απόφασης», οι οποίες μάλιστα, κατά τη συντάκτρια, «ανατρέπουν» τα δεδομένα.

Προς πληρέστερη ενημέρωση των αναγνωστών και την αποφυγή δημιουργίας ενδεχόμενων εσφαλμένων εντυπώσεων, είναι σκόπιμο να γίνουν ορισμένες επισημάνσεις:

Οι συμβάσεις outsourcing, με τις οποίες οι επιχειρήσεις προσφεύγουν σε τρίτους – εξωτερικούς συνεργάτες (επιχειρήσεις outsourcing), προκειμένου να λάβουν υπηρεσίες, όπως περιγράφονται και στο άρθρο, αποτελούν μια διεθνή τάση. Στην χώρα μας, τέτοιου είδους συνεργασίες είναι απολύτως νόμιμες, βάσει των άρθρων 5 παρ. 1 Συντ. και 361 Α.Κ., όπου κατοχυρώνεται η ελευθερία των συμβάσεων, αλλά και των άρθρων 648 επ. ΑΚ για τη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών και Α.Κ. 681 επ. για τη σύμβαση έργου, ανάλογα με το άν η συνεργασία έχει διαρκή χαρακτήρα ή πρόκειται για ένα συγκεκριμένο έργο.

  • Καταστρατήγηση των διατάξεων του εργατικού δικαίου δεν υφίσταται από αυτή τη μορφή συνεργασιών. Οι εργαζόμενοι των εταιρειών outsourcing συνδέονται, με τους εργοδότες τους, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, ενώ στην εργασιακή τους σχέση εφαρμόζονται όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας τόσο αναφορικά με τις αποδοχές όσο και με τους λοιπούς όρους εργασίας.
  • Ειδικότερα, σε σχέση με τις αναφερόμενες στο άρθρο αποφάσεις, στη δικαστική διένεξη που οδήγησε στην έκδοση της υπ’ αριθ. 43/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, δεν συμμετείχε καμιά εταιρεία προσωρινής απασχόλησης (ΕΠΑ), πολύ δε περισσότερο δεν αναγνωρίστηκε ότι «η σύμβαση εργασίας της εργαζόμενης με την ΕΠΑ μετατράπηκε σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με την επιχείρηση-πελάτη», όπως εσφαλμένα αναφέρεται. Με την εν λόγω απόφαση έγινε δεκτό ότι η εταιρεία outsourcing λειτουργούσε εν τοις πράγμασι ως εταιρεία προσωρινής απασχόλησης και ότι η επιχείρηση πελάτης πρέπει να καταβάλλει διαφορές αποδοχών, λόγω της προβλεπόμενης στη νομοθεσία περί ΕΠΑ αλληλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνης της ΕΠΑ με τον έμμεσο εργοδότη. Όμως είναι σαφές, ότι το νομικό πλαίσιο (N. 4052/2012) που εφαρμόζεται στις εταιρείες προσωρινής απασχόλησης (ΕΠΑ), αποτελεί πλέγμα κανόνων δημοσίας τάξεως, με αποτέλεσμα η παροχή υπηρεσιών προσωρινής απασχόλησης να μην μπορεί να γίνεται από τον οποιονδήποτε που δεν έχει ιδρυθεί ως ΕΠΑ και δεν έχει τη σχετική άδεια λειτουργίας. Δηλαδή, το θεσμικό πλαίσιο περί ΕΠΑ δεν μπορεί να τύχει είτε ευθέως είτε αναλογικά εφαρμογής στις συμβάσεις outsourcing. Το ζήτημα έχει τεθεί και στο παρελθόν και έχει επιλυθεί από τον Άρειο Πάγο με την υπ’αριθμ. 674/2012 απόφασή του. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για ανατροπή στα δεδομένα, στο μέτρο που η νομολογία του Αρείου Πάγου δεν έχει μεταστραφεί.
  • Η δεύτερη απόφαση, υπ΄αριθ. 2237/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφορά το ζήτημα της αναγνώρισης μιας καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου ως καταχρηστικής και ουδεμία σχέση έχει με το ζήτημα της αναγνώρισης «πραγματικού» ή άλλου εργοδότη. Δηλαδή, δεν επρόκειτο για «προσωρινώς απασχολούμενη» αφού και στην περίπτωση αυτή δεν υπήρξε σύμβαση εργασίας με ΕΠΑ. Η συγκεκριμένη διαφορά ήταν μια συνήθης διμερής διαφορά εργοδότη και εργαζομένου και ουδέν νεώτερον κομίζει στον νομικό προβληματισμό των υπό πραγμάτευση θεμάτων του άρθρου, που αφορούν τον «εντοπισμό του πραγματικού εργοδότη» στις συμβάσεις outsourcing.