Αντιστοίχως προς την απεργία των εργαζομένων, στην ανταπεργία ο εργοδότης αρνείται να δεχτεί πρόσκαιρα τις υπηρεσίες των μισθωτών με σκοπό να ασκήσει πίεση στην εργατική πλευρά.

Η ανταπεργία έχει πάντοτε συλλογικό χαρακτήρα, δεν μπορεί δηλαδή να αναφέρεται σε έναν μεμονωμένο μισθωτό. Έχει επίσης αγωνιστικό χαρακτήρα, αφού στόχος του εργοδότη είναι ο εξαναγκασμός των μισθωτών να δεχτούν τροποποίηση των όρων εργασίας. Κατά κύριο λόγο η ανταπεργία λειτουργεί προς την κατεύθυνση του περιορισμού της οικονομικής ζημίας που προκαλεί η απεργία των εργαζομένων στην επιχείρηση, ιδίως σε περιπτώσεις κυκλικής απεργίας ή στάσεων εργασίας, όπου ο εργοδότης απαγορεύει την εργασία σε αυτούς που δεν συμμετέχουν στην απεργία.

Ενώ όμως υπάρχει απόλυτη απαγόρευση της ανταπεργίας στην ανωτέρω επιθετική της μορφή (άρθρο 22 παρ. 2 Ν. 1264/1982), πρακτική σημασία αποκτά το ζήτημα όταν η ανταπεργία λειτουργεί ως αμυντικό μέσο, επιτρέποντας στον εργοδότη την απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής του μισθού.

Ανυπαίτια αδυναμία εργοδότη
Καταρχήν τίθεται ερώτημα ως προς τη συνταγματικότητα της απαγόρευσης της ανταπεργίας, ερώτημα ερειζόμενο σε μεγάλο βαθμό στη σιωπή του συνταγματικού νομοθέτη, σε συνδυασμό με τη ρητή συνταγματική κατοχύρωση της απεργίας. Και τούτο διότι η γενική αυτή απαγόρευση συνιστά ευρύ περιορισμό της οικονομικής ελευθερίας του εργοδότη. Κατά την κρατούσα στη θεωρία και τη νομολογία άποψη όμως, η απαγόρευση είναι συνταγματική, καθώς δεν υπάρχει ισότητα όπλων εργοδότη και εργαζομένου.

Περαιτέρω ζητήματα τίθενται στο πλαίσιο του άρθρου 656 του Αστικού Κώδικα, όπου ορίζονται οι συνέπειες της ανυπαίτιας αδυναμίας του εργοδότη να αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες εκείνων που δεν απεργούν. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, ο εργοδότης απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής μισθού, μόνον όταν η αδυναμία του οφείλεται σε γεγονός ανωτέρας βίας. Αμφισβητούμενο είναι το θέμα αν η παρεμπόδιση των εργαζομένων να παράσχουν την εργασία τους, που δεν οφείλεται σε πρωτοβουλία του εργοδότη αλλά των άλλων απεργών, ανάγεται στη σφαίρα ευθύνης του εργοδότη και άρα μπορεί να θεωρηθεί δική του υπαιτιότητα, με συνέπεια να εξακολουθεί να οφείλει το μισθό και σε περίπτωση που αρνηθεί να τον καταβάλει να καθίσταται υπερήμερος.

Πάντως η απεργία από μόνη της δεν συνιστά λόγο ανωτέρας βίας, αλλά γεγονός που αναφέρεται στη σφαίρα ευθύνης του εργοδότη.

Μερική απεργία και κίνδυνος λειτουργίας της επιχείρησης
Στο σημείο αυτό μνεία πρέπει να γίνει και στην ειδική περίπτωση της μερικής απεργίας, όπου απεργούν συγκεκριμένες ειδικότητες εργαζομένων ή κατηγορίες προσωπικού. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων αυτών η αποδοχή της εργασίας των μισθωτών που συνεχίζουν να προσφέρουν την εργασία τους είναι ασύμφορη για τον εργοδότη. Ζήτημα έντονα αμφισβητούμενο είναι αν η μερική απεργία αποτελεί τυχηρό γεγονός που αφορά ή όχι την επιχείρηση, όταν ο μισθωτός δηλώνει ότι είναι έτοιμος να παράσχει την εργασία, ο δε εργοδότης εξ αιτίας της μερικής απεργίας έχει περιέλθει σε αδυναμία αποδοχής της.

Κατά το γράμμα του νόμου, ο εργοδότης απαλλάσσεται μόνο αν αποδείξει ότι η αποδοχή της εργασίας ήταν πραγματικά και αντικειμενικά αδύνατη και όχι απλώς επιζήμια, απαιτείται δηλαδή πλήρης αδυναμία του εργοδότη. Από την άλλη πλευρά, απαγορεύεται η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος απεργίας όταν η ζημία που προκαλεί στον εργοδότη καθίσταται αφόρητη και φθάνει στο σημείο να προκαλέσει την οικονομική κατάρρευση της επιχείρησής του. Στην περίπτωση αυτή η άρνηση του εργοδότη να απασχολήσει τους εργαζομένους που δεν απεργούν δεν αποτελεί άσκηση εκ μέρους του απαγορευμένου δικαιώματος της ανταπεργίας, αλλά ενέργεια θεμιτή προς προστασία της λειτουργίας της επιχείρησης.

Τέλος, πρέπει να επισημανθεί ότι, ακόμα και αν η απεργία για οποιονδήποτε λόγο είναι παράνομη, ο εργοδότης δεν δικαιούται να ανταπεργήσει, διότι η ανταπεργία είναι ούτως ή άλλως παράνομη πράξη και δεν θεραπεύεται ούτε προς απόκρουση άλλης παράνομης πράξης. Εναλλακτική επιλογή του εργοδότη που επιθυμεί να αντιμετωπίσει την εργατική πλευρά κινούμενος σε νόμιμα πλαίσια είναι η θέση των εργαζομένων σε διαθεσιμότητα μετά τη λήξη της απεργίας, εφόσον έχει μειωθεί σημαντικά η οικονομική δραστηριότητα της επιχείρησης. Σε κάθε περίπτωση, προτού προβεί σε οποιαδήποτε κίνηση, δέον είναι ο επιχειρηματίας να απευθύνεται σε εξειδικευμένο νομικό σύμβουλο για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση όλων των σχετικών ζητημάτων που ανακύπτουν.