Η ασάφεια του προηγούμενου νομοθετικού καθεστώτος καθιστούσε νομικά επισφαλή κάθε επέμβαση στο αρχικό συμβατικό κείμενο. Οι συμβαλλόμενοι αναρωτιούνταν αν και κατά πόσο μπορούν συναινετικά να τροποποιήσουν κάποιον όρο, να αυξήσουν το οικονομικό αντικείμενο της σύμβασης ή να αυξήσουν το εύρος των παρεχόμενων με τη σύμβαση εργασιών.

Η νομολογία είχε διακρίνει μεταξύ ουσιωδών (ανεπίτρεπτων) τροποποιήσεων της σύμβασης και μη ουσιωδών (επιτρεπόμενων) επεμβάσεων. Περαιτέρω, ουσιώδεις τροποποιήσεις μπορούσαν να δικαιολογηθούν λόγω ξαφνικών και απρόβλεπτων αλλαγών κατά την εκτέλεση των σχετικών εργασιών.

Σε κάθε περίπτωση, η ανασφάλεια δικαίου αναφορικά με το τί επιτρέπεται και τί όχι ήταν μεγάλη. Συχνά, το Δικαστήριο της Ε.Ε. και τα εθνικά δικαστήρια εντόπιζαν παράνομες απευθείας αναθέσεις σε περιπτώσεις τροποποίησης υφιστάμενων συμβάσεων.

Σε αυτές τις περιπτώσεις οι αντισυμβαλλόμενοι του Δημοσίου, ακόμη και σε περίπτωση που ήταν καλόπιστοι σχετικά με την ανάθεση, αναγκάζονταν να προβούν σε χρονοβόρες και δαπανηρές προσπάθειες προκειμένου να αποζημιωθούν.

Δια της νέας Οδηγίας επιχειρείται να οριστεί με μεγαλύτερη σαφήνεια σε τι συνίσταται η επιτρεπόμενη τροποποίηση υφιστάμενης σύμβασης. Οι 4 βασικές περιπτώσεις κατά τις οποίες επιτρέπεται η τροποποίησης συμβατικών όρων δημόσιας σύμβασης είναι οι εξής:

  • η δυνατότητα για τη συγκεκριμένη αλλαγή να προκύπτει με σαφήνεια από το αρχικό συμβατικό κείμενο
  • η τροποποίηση να αφορά όλως αναγκαίες και συμπληρωματικές πτυχές πάνω στο αρχικό αντικείμενο του έργου, της προμήθειας ή της παρεχόμενης υπηρεσίας (αρκεί να μην αυξάνεται πάνω από 50% το αρχικό συμβατικό τίμημα )
  • η τροποποίηση να καθίσταται αναγκαία ένεκα της μεσολάβησης γεγονότων μη δυνάμενων να προβλεφθούν κατά την έκδοση της διακήρυξης του σχετικού διαγωνισμού και την υπογραφή της σύμβασης (αρκεί να μην αυξάνεται πάνω από 50% το αρχικό συμβατικό τίμημα)
  • η διαδοχή στο νομικό πρόσωπο του αναδόχου.

Βέβαια, σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις η τροποποίηση της σύμβασης μπορεί να εγείρει προβλήματα (π.χ. η συγχώνευση της αναδόχου εταιρίας με μία άλλη να κριθεί καταχρηστική). Σε κάθε περίπτωση, η έννοια της απρόοπτης μεταβολής ή της συμπληρωματικής εργασίας συνιστούν αόριστες νομικές έννοιες. Η κατάφαση περί της ύπαρξης τους απαιτεί in concreto εξέταση καθώς και τεχνικές κρίσεις. Συνελόντι ειπείν, η ανασφάλεια δικαίου παραμένει.

Γενικά, οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να εστιάζουν στο αν έκαστη επέμβαση στο συμβατικό δεσμό διαταράσσει την ανταγωνιστική σχέση του αναδόχου με τους λοιπούς συμμετέχοντες στην αντίστοιχη αγορά. Με άλλα λόγια, κάθε – μεταγενέστερη της αρχικής σύμβασης- επέμβαση θα θεωρείται παράνομη, εάν εφόσον ήταν εκ των προτέρων γνωστή θα επηρέαζε τον αριθμό των συμμετεχόντων ή την προσφορά τους.

Με άλλα λόγια, η πρόταση από την πλευρά μιας Αναθέτουσας Αρχής για τροποποίηση των συμφωνηθέντων ενδείκνυται να μη γίνεται δεκτή άνευ προηγούμενης έρευνας, όσο ελκυστική και αν φαίνεται αρχικά. Σε περίπτωση που η τροποποίηση θεωρηθεί ότι παραβιάζει τους κανόνες του ανταγωνισμού, η αποζημίωση του ιδιώτη – αντισυμβαλλόμενου του Δημοσίου ενδέχεται να συναντά ποικίλα νομικά εμπόδια.

Οι δραστηριοποιούμενοι στο χώρο των δημοσίων συμβάσεων οφείλουν να εξοικειωθούν, συνεπώς, με τη σχετική νομολογία και τη μελέτη περιπτώσεων. Σχετικά, το Ελεγκτικό Συνέδριο ανά περιόδους δημοσιεύει διαφωτιστική νομολογία αναφορικά με περιπτώσεις που το έχουν απασχολήσει.

Η κωδικοποίηση τους καθώς και η κατανόηση του βαθύτερου σκεπτικού τους είναι ουσιώδης για την ει δυνατόν ασφαλέστερη εμπλοκή με το αντικείμενο των δημοσίων συμβάσεων.

Για περισσότερες πληροφορίες επί ζητημάτων σχετικών με εργασιακές σχέσεις επικοινωνήστε:
E: [email protected]
T: 210-6431387
F: 210-6460313