Πόσο «Montessori» είναι τελικά η μάθηση στον οργανισμό μας;

Η πρώτη κίνηση της Maria Montessori ως Chief Learning Officer πιθανότατα θα δημιουργούσε απορίες σε αρκετούς. Δεν θα ζητούσε τη λίστα των εκπαιδευτικών προγραμμάτων, ούτε τα completion rates ή το learning dashboard. Θα ζητούσε να περιηγηθεί στους χώρους εργασίας. Θα ήθελε να διαπιστώσει αν ο οργανισμός έχει δημιουργήσει ένα περιβάλλον όπου οι άνθρωποι μπορούν να μαθαίνουν ή απλώς ένα σύστημα που τους υποχρεώνει να εκπαιδεύονται.

Η Maria Montessori (1870-1952), από τις πρώτες γυναίκες γιατρούς της Ιταλίας, ψυχίατρος και παιδαγωγός, αφιέρωσε τη ζωή της στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο τα παιδιά μαθαίνουν. Αντί να αντιμετωπίζει τη μάθηση ως διαδικασία μετάδοσης γνώσεων, πίστευε ότι αυτή αναδύεται φυσικά όταν υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες. Η αυτονομία, η περιέργεια, η εμπειρία και το προετοιμασμένο περιβάλλον αποτέλεσαν τους τέσσερις πυλώνες της μεθόδου της, μια φιλοσοφία που αμφισβήτησε ευθέως την αποστήθιση, την αυθεντία του δασκάλου και τη λογική ότι όλοι πρέπει να μαθαίνουν με τον ίδιο τρόπο.

Η Μ. Montessori πιθανότατα θα υποστήριζε ότι δεν (εκ)λείπουν οι εκπαιδεύσεις. Απουσιάζουν, όμως, τα περιβάλλοντα μέσα στα οποία η μάθηση μετατρέπεται σε φυσική συνέπεια της εργασίας.

Ως Chief Learning Officer δεν θα επένδυε πρωτίστως σε περισσότερο περιεχόμενο, αλλά σε καλύτερες συνθήκες μάθησης. Οι managers θα έπαυαν να λειτουργούν ως ελεγκτές της γνώσης και θα μετατρέπονταν σε παρατηρητές, μέντορες και facilitators. Τα projects θα αποκτούσαν τον ρόλο του εκπαιδευτικού εργαστηρίου και οι ομάδες θα είχαν μεγαλύτερη ελευθερία να πειραματίζονται, να κάνουν λάθη, να ανταλλάσσουν γνώση και να εξελίσσονται με τον δικό τους ρυθμό. Για τη Μ. Montessori, η πραγματική εξατομίκευση δεν θα σήμαινε περισσότερα courses, αλλά περισσότερες ευκαιρίες επιλογής.

Το ίδιο διαφορετικά θα αντιμετώπιζε και την αξιολόγηση. Δεν θα τη συγκινούσαν ιδιαίτερα τα ποσοστά ολοκλήρωσης ή οι ώρες εκπαίδευσης. Θα αναζητούσε κάτι πολύ πιο δύσκολο να μετρηθεί, αλλά πολύ πιο ουσιαστικό να κατακτηθεί. Αν οι άνθρωποι αναλαμβάνουν μεγαλύτερη πρωτοβουλία. Αν συνεργάζονται περισσότερο. Αν επιλύουν προβλήματα χωρίς να περιμένουν οδηγίες. Αν συνεχίζουν να μαθαίνουν ακόμη και όταν δεν τους το ζητά κανείς.

Ίσως, τελικά, το σημαντικότερο ερώτημα που θα άφηνε στους σύγχρονους οργανισμούς να μην είναι «πώς θα εκπαιδεύσουμε καλύτερα τους ανθρώπους μας;», αλλά «έχουμε δημιουργήσει έναν οργανισμό όπου οι άνθρωποι θέλουν πραγματικά να μαθαίνουν;».

Ακολουθήστε μας σε LinkedIn & Facebook και γίνετε μέλος της μεγαλύτερης ελληνικής κοινότητας του κλάδου.