Προπαρασκευαστικό της υπογραφής μίας σύμβασης εργασίας είναι κατά κανόνα το στάδιο των διαπραγματεύσεων μεταξύ των μερών, ήτοι εργοδότη και υποψήφιου εργαζομένου. Κατά το στάδιο αυτό τα μέρη έρχονται σε αμοιβαίες συνεννοήσεις και υποχωρήσεις, προκειμένου να διαμορφώσουν τους ειδικότερους όρους της επικείμενης σύμβασης εργασίας.
Το στάδιο αυτό αρχίζει από την προσέγγιση των ενδιαφερομένων προσώπων, για τη διερεύνηση της δυνατότητας σύναψης και καθορισμού των όρων σύμβασης εργασίας και λήγει, είτε με την οριστική διακοπή των διαπραγματεύσεων και τη ματαίωση της σύμβασης, είτε με τη σύναψη αυτής (Άρειος Πάγος 2049/2022). Κατά το στάδιο αυτό τα μέρη οφείλουν να συμπεριφέρονται όπως επιτάσσουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κατ’ άρθρο 197 Αστικού Κώδικα.
Ειδικότερα, οφείλουν να παρέχουν εν γένει πληροφορίες που θα μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή στην απόφαση του έτερου μέρους, δηλαδή φέρουν τη λεγόμενη υποχρέωση διαφώτισης και προστασίας (Άρειος Πάγος 59/2024). Περαιτέρω από την υποχρέωση καλής πίστης στο στάδιο αυτό απορρέει η υποχρέωση σεβασμού της προσωπικότητας του άλλου μέρους, η οποία επιβάλλει περιορισμούς στο δικαίωμα πληροφόρησης του εργοδότη για προσωπικά στοιχεία του υποψηφίου. Συναφώς ο υποψήφιος βαρύνεται με την υποχρέωση εχεμύθειας, που του απαγορεύει να ανακοινώσει σε τρίτους βιομηχανικά ή εμπορικά απόρρητα της επιχείρησης, των οποίων έλαβε γνώση κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων.
Παραβίαση της υποχρέωσης καλής πίστης δύναται να θεμελιωθεί και στην περίπτωση που ματαιωθεί η κατάρτιση της σύμβασης εργασίας, σε χρόνο κατά τον οποίο οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών έχουν τερματισθεί οριστικώς, με συμφωνία τους επί όλων των όρων της σύμβασης και το μόνο που εκκρεμούσε ήταν η τυπική υπογραφή της σύμβασης. Ήτοι, ο υπαίτιος της ματαίωσης έχει δημιουργήσει στο έτερο μέρος την εύλογη πεποίθηση ότι θα συναφθεί η σύμβαση εργασίας, με συνέπεια να πιστέψει ως επικείμενη την κατάρτισή της (Άρειος Πάγος 1100/2020). Έτσι ο εργοδότης παραβιάζει την υποχρέωση αυτή όταν διακόπτει αδικαιολόγητα τις διαπραγματεύσεις με τον υποψήφιο, ενώ τον έχει διαβεβαιώσει για την πρόσληψή του και τον έχει παρακινήσει να εγκαταλείψει τη θέση που κατείχε (Δ. Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο, 5η έκδ., 2022, § 12, σελ. 500).
H υπαίτια και ζημιογόνος παράβαση των ανωτέρω υποχρεώσεων, στοιχειοθετεί ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις (προσυμβατική ευθύνη), που συνίσταται στην αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε απ’ αυτή. Ως ζημία, η οποία αποκαθίσταται κατά την έννοια των διατάξεων 197 και 198 Αστικού Κώδικα σε συνδυασμό με το άρθρο 298 Αστικού Κώδικα, νοείται το καλούμενο αρνητικό της σύμβασης διαφέρον ή διαφέρον διάψευσης εμπιστοσύνης, δηλαδή η ζημία που υπέστη ο διαπραγματευόμενος, επειδή πίστεψε στην κατάρτιση της σύμβασης και την οποία θα είχε αποφύγει, αν από την αρχή τηρούσε αρνητική στάση και όχι το διαφέρον εκπλήρωσης της σύμβασης, αφού τα μέρη δεν είχαν νομική υποχρέωση για τη σύναψή της (Άρειος Πάγος 402/2025). Ήτοι ο ζημιωθείς μπορεί να ζητήσει ό,τι θα είχε, εάν δεν λάμβανε χώρα η αντισυναλλακτική συμπεριφορά του άλλου μέρους, και όχι την αποκατάσταση της τυχόν ζημίας που προκλήθηκε, επειδή ματαιώθηκε η σύμβαση. Η αποζημίωση περιλαμβάνει τόσο τη θετική ζημία (π.χ. έξοδα διαμονής, αμοιβή δικηγόρου) όσο και το διαφυγόν κέρδος (π.χ. ζημία από απόρριψη πρότασης για κατάρτιση άλλης σύμβασης εργασίας).
Εκ των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι η προσυμβατική ευθύνη θέτει τα όρια της συμπεριφοράς των μερών κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης εργασίας, με γνώμονα την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Έτσι, προστατεύεται η εμπιστοσύνη που δημιουργείται στο στάδιο αυτό και διασφαλίζεται η αποκατάσταση της ζημίας από αντισυναλλακτική συμπεριφορά.
![]()
Ακολουθήστε μας σε LinkedIn & Facebook και γίνετε μέλος της μεγαλύτερης ελληνικής κοινότητας του κλάδου.
