Στo πλαίσιo άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος από τον εργοδότη, είναι επιτρεπτή η συλλογή και η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων των εργαζομένων μέσω συστήματος βιντεοεπιτήρησης την ώρα που αυτοί ασκούν τα εργασιακά τους καθήκοντα στον χώρο εργασίας τους υπό όρους.

Το έννομο συμφέρον του θεμελιώνεται στην ανάγκη του για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της επιχείρησής του, καθώς και στην ανάγκη προστασίας της περιούσιας του από ενδεχόμενη ζημία ή ευθύνη προς αποζημίωση προερχόμενη από ενέργειες ή παραλείψεις εργαζομένων του (άρθρα 5 παρ. 1, 106 παρ. 2 και 17 Σύνταγμα). Τούτο δεν σημαίνει όμως ότι μπορεί να ασκείται ανεξέλεγκτα και απεριόριστα από τον εργοδότη, αλλά με σεβασμό και στα προστατευόμενα συνταγματικά δικαιώματα των εργαζομένων, ιδιαίτερα της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και της ιδιωτικότητάς τους. Ως εκ τούτου, είναι πολύ αναμενόμενο να έρχονται συχνά σε σύγκρουση τα δικαιώματα εργοδότη και εργαζομένων. Στην περίπτωση αυτή απαιτείται η στάθμισή τους, όχι όμως in abstracto, γιατί όλες οι συνταγματικές διατάξεις είναι τυπικά ισοδύναμες, αλλά με βάση τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης περίπτωσης.

Περαιτέρω, στο άρθρο 27 παρ. 7 του ν.4624/2019 ορίζεται ότι η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μέσω κλειστού κυκλώματος οπτικής καταγραφής στον χώρο εργασίας, επιτρέπεται μόνο αν είναι απαραίτητη για την προστασία προσώπων και αγαθών. Τα δεδομένα που συλλέγονται μέσω κλειστού κυκλώματος οπτικής καταγραφής δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν ως κριτήριο για την αξιολόγηση της αποδοτικότητας. Για την εγκατάσταση και τη λειτουργία κλειστού κυκλώματος οπτικής καταγραφής εντός των χώρων εργασίας, οι εργαζόμενοι πρέπει να ενημερώνονται εγγράφως, είτε σε γραπτή είτε σε ηλεκτρονική μορφή.

Ιδιαίτερα σημαντική ως προς το θέμα της βιντεοεπιτήρησης υπήρξε η Οδηγία 1/2011 της ΑΠΔΠΧ, που επεσήμανε την υποχρέωση του εργοδότη – υπεύθυνου επεξεργασίας να τοποθετεί τις κάμερες με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην συλλέγονται περισσότερα δεδομένα από αυτά που είναι αναγκαία για το σκοπό της επιτήρησης (αρχή της αναλογικότητας). Έτσι, το σύστημα δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για την επιτήρηση των εργαζομένων στον χώρο εργασίας τους, αλλά κατ’ εξαίρεση όταν αυτό δικαιολογείται από τη φύση και τις συνθήκες της εργασίας και είναι απαραίτητο για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων ή την προστασία κρίσιμων χώρων εργασίας. Συνεπώς, σε έναν τυπικό χώρο γραφείων επιχείρησης απαγορεύεται η βιντεοεπιτήρηση των εργαζομένων. Κατ’ εξαίρεση, συγκεκριμένοι χώροι, όπως ταμεία ή χώροι με χρηματοκιβώτια, ηλεκτρομηχανολογικό εξοπλισμό κ.ά. μπορεί να αποτελέσουν σημεία παρακολούθησης, υπό τον όρο, όμως, ότι οι κάμερες εστιάζουν στο αγαθό που προστατεύουν κι όχι στους χώρους των εργαζομένων. Σε κάθε περίπτωση, ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να αναρτά ενημερωτική πινακίδα για τη λειτουργία του συστήματος βιντεοεπιτήρησης (Οδηγία 13/2014 ΑΠΔΠΧ).

Πρόσφατα, η Ολομέλεια του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Lopez Ribalda and Others v. Spain (17.10.2019, No 1874/13, 8567/13) έκρινε ότι η καταγραφή με κρυφές κάμερες εργαζομένων ισπανικής αλυσίδας σούπερ μάρκετ, που ήταν ύποπτοι για κλοπές, δεν παραβιάζει το δικαίωμα σεβασμού τους στην ιδιωτική ζωή. Ειδικότερα, το ΕΔΔΑ συμπέρανε ότι τα εγχώρια δικαστήρια εξασφάλισαν μία δίκαιη ισορροπία των δικαιωμάτων των εργαζομένων στην ιδιωτικότητα και του δικαιώματος του εργοδότη στην προστασία της ιδιοκτησίας, κρίνοντας ότι η ύπαρξη εύλογης υποψίας για τέλεση σοβαρού αδικήματος και πρόκλησης ζημίας, συνιστούσαν σαφή αιτιολόγηση ενός τέτοιου μέτρου, ακόμα και χωρίς προηγούμενη ενημέρωση για παρακολούθησή τους. Σημειωτέον ότι η εν λόγω απόφαση αποτελεί μεταστροφή της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, καθώς έναν χρόνο πριν, Τμήμα του ιδίου Δικαστηρίου είχε κρίνει ότι η κρυφή παρακολούθηση δεν είναι σύμφωνη με την υποχρέωση προηγούμενης και ρητής ενημέρωσης του εργοδότη προς τον εργαζόμενο.