Όλοι μας κάποια στιγμή θα έτυχε να συνεργαστούμε με άτομα τα οποία απέφευγαν διαρκώς να μοιράζονται τις γνώσεις τους και τις συμβουλές τους μαζί μας, καθυστερώντας ή και περιορίζοντας την εξέλιξή μας ενεργητικά ή παθητικά. Ήταν, άραγε, τόσο κακοί άνθρωποι;

Οι άνθρωποι αυτοί μπορεί να ήταν συνάδελφοι ή και προϊστάμενοί μας, όμως, ανεξαρτήτως θέσης ή ιεραρχίας, διέθεταν πληροφορίες και εμπειρία που αν μας τις είχαν μεταδώσει, πέραν του ότι θα μας είχαν βοηθήσει πολύ τη συγκεκριμένη στιγμή, θα μας είχαν γλυτώσει, ταυτόχρονα, πολύ χρόνο απ’ την προσπάθεια του να τα μάθουμε όλα μόνοι μας εκ του μηδενός. Πολύ εύκολα σου λέει κανείς «βρες το μόνος σου». Τι γίνεται, όμως, όταν όταν κανείς δεν σου έχει δείξει πώς να ψάχνεις ή όταν δεν έχεις ιδέα τι είναι αυτό που θα έπρεπε να ψάχνεις εξ’ αρχής;

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΙΤΙΑ;
Το πιο εύκολο είναι να τους χαρακτηρίσουμε (τι άλλο!), τοξικούς. Μία τέτοια τοποθέτηση είναι, ωστόσο, τουλάχιστον υπεραπλουστευμένη. Ο περισσότερος κόσμος φοβάται. Φοβάται ότι θα χάσει τη δουλειά του, ότι θα υποσκιαστεί, ότι θα ξεπεραστεί, ότι θα τον αντικαταστήσουν με την πρώτη ευκαιρία με κάτι καινούργιο, ή πιο φρέσκο, ή πιο φτηνό. Πόσες φορές ένας νέος διευθυντής άλλαξε όλη την ομάδα απλώς για να ακολουθήσει η εταιρεία μία νέα κατεύθυνση; Και πόσες φορές οργανισμοί έδωσαν «γενναιόδωρα» πακέτα αποχώρησης στα παλιότερα μέλη της ομάδας ώστε να μειώσουν τα εργατικά τους κόστη;
Όταν οι πόροι είναι περιορισμένοι, οι άνθρωποι γίνονται ανταγωνιστικοί, και η τάση τους είναι να στρέφονται ο ένας εναντίον του άλλου. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να τους δικαιολογούμε; Όχι. Σημαίνει, όμως, ότι μπορούμε να τους καταλάβουμε.

Το να σπάσεις το μοτίβο της παθογένειας είναι πολύ δύσκολο. Σε ένα σύστημα που διαιωνίζει τον ατομικισμό, το να καταφέρεις να υπερβείς εαυτό, καταπιέζοντας κάθε ένστικτο επιβίωσης και να κάνεις το σωστό, και μάλιστα όχι για σένα τον ίδιο, μα για κάποιον άλλο ή για το καλό του οργανισμού, είναι αυτό που οι ψυχολόγοι αποκαλούν «σπουδαία συνειδητοποίηση», ένα επόμενο επίπεδο προσωπικής εξέλιξης και ανάπτυξης.

Όταν μας έχουν μάθει μόνο πώς να παίρνουμε, το να δίνουμε δεν είναι κάτι που θα προκύψει. Είναι ζήτημα απόφασης. Μίας ενεργητικής απόφασης που οφείλουμε να αρχίσουμε να παίρνουμε γιατί πρέπει να τα πάμε καλύτερα. Καλύτερα απ’ τους γονείς μας, καλύτερα απ’ τους δασκάλους μας, καλύτερα απ’ τις προηγούμενες γενιές.
Ο Μπιλ Κλίντον ανέφερε στην αυτοβιογραφία του πως του είναι προτιμότερο να κάνει λάθος επειδή εμπιστεύτηκε κάποιον που δεν έπρεπε, παρά επειδή δεν εμπιστεύτηκε κάποιον που έπρεπε, εννοώντας ότι το βάρος του να στερήσουμε μία ευκαιρία σε κάποιον που την άξιζε, θα πρέπει να μας είναι πολύ σπουδαιότερο απ’ το να τη δώσουμε σε κάποιον που τη χαράμισε ή αποδείχθηκε αχάριστος.

ΑΛΛΑΖΟΝΤΑΣ ΟΠΤΙΚΗ
Ο φαύλος κύκλος του αναίτιου ανταγωνισμού και της παθητικής επιθετικότητας πρέπει να σταματήσει μ’ εμάς. Οφείλουμε να βοηθάμε και να υποστηρίζουμε τους νεότερους, ακόμη και αν είμαστε και εμείς νέοι. Να τους παρέχουμε κάθε πληροφορία που μπορούμε, όσο μικρή και αν είναι, έχοντας στο νου μας πόση διαφορά θα είχε κάνει για εμάς, αν μας την είχε δώσει κάποιος όταν τη χρειαζόμασταν. Ακόμη και αν φοβόμαστε, και πάλι πρέπει να το κάνουμε, φοβισμένοι. Στο τέλος της ημέρας δεν κρινόμαστε ούτε για τις σκέψεις μας, ούτε για τα συναισθήματά μας, αλλά για τις πράξεις μας.
Το γεγονός ότι εμείς μπορεί να περάσαμε δύσκολα δεν μας επιτρέπει να το κάνουμε εξίσου δύσκολο και για τους επόμενους και το να μην είμαστε μέρος του προβλήματος δεν είναι πια αρκετό. Πρέπει να εμπλακούμε, να δεσμευτούμε στο ν’ αφήσουμε τα πράγματα καλύτερα απ’ ότι τα βρήκαμε, και να γίνουμε μέρος της λύσης.