Στο πλαίσιο των πάσης φύσεως συναλλακτικών σχέσεων, ο νομικός χαρακτηρισμός που δίνουν οι συναλλασσόμενοι δεν είναι δεσμευτικός για το δικαιοδοτικό έργο του δικαστή. Αυτό συμβαίνει πολύ συχνά με συμβαλλομένους που έχουν επιλέξει να ονοματοδοτούν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ως συμβάσεις ανεξάρτητων υπηρεσιών ή έργου.

Βασική ειδοποιός διαφορά μεταξύ της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και μίας σύμβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών ή έργου είναι ότι στην πρώτη ο δανειστής (εργοδότης) αποβλέπει στην παροχή εργασίας, ενώ στη δεύτερη ο δανειστής αποβλέπει στο προβλεπόμενο από την σύμβαση αποτέλεσμα. Τεκμήριο υπέρ της εξαρτημένης εργασίας παρέχουν τα άρθρα 1 του ν. 3846/2010 και άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 2639/1998, από τον συνδυασμό των οποίων προκύπτει ότι η συμφωνία μεταξύ εργοδότη και απασχολούμενου για παροχή υπηρεσιών ή έργου, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, τεκμαίρεται ότι υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφόσον η εργασία παρέχεται αυτοπροσώπως, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στον ίδιο εργοδότη για εννέα (9) συνεχείς μήνες. Θεσπίζεται επίσης η υποχρέωση του εργοδότη να υποβάλει στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας συγκεντρωτική κατάσταση αναφορικά με τις υφιστάμενες συμφωνίες μεταξύ αυτού και απασχολουμένων για παροχή υπηρεσιών ή έργου, η παράλειψη υποβολής της οποίας οδηγεί στη δημιουργία τεκμηρίου υπέρ της εξαρτημένης εργασίας.

Επιπροσθέτως, το πιο βασικό χαρακτηριστικό που, όπως προκύπτει από την απόφαση 372/2014 του Άρειου Πάγου, πρέπει να ληφθεί υπόψιν για την κρίση του δικαστηρίου, είναι η άσκηση ή μη του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη. Η άσκηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας, και να ασκεί έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές. Το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της υπάρξεως εξαρτήσεως, η οποία, όμως, δεν εξαρτάται μόνον από το αν συντρέχουν ορισμένα από τα στοιχεία αυτά. Εκείνο που χαρακτηρίζει ιδιαίτερα την εξαρτημένη εργασία είναι το ποιοτικό στοιχείο, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, η οποία έχει, για τον υποβαλλόμενο σε αυτήν εργαζόμενο, συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ρύθμιση της σχέσεως του με τον εργοδότη και καθιστούν αναγκαία την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο.

Ωστόσο, η τυχόν σύναψη σύμβασης που υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας εγκυμονεί σοβαρούς νομικούς κινδύνους, η απαρίθμηση των οποίων είναι σε κάθε περίπτωση ενδεικτική και όχι περιοριστική. Αρχικά, αν και είναι δελεαστικό από άποψη οικονομική να αμείβεται κάποιος με βάση το εκάστοτε έργο που προσφέρει, αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μην απολαμβάνει πληθώρα δικαιωμάτων που διασφαλίζουν την εργασιακή αξιοπρέπεια των απασχολούμενων, όπως για παράδειγμα το δικαίωμα λήψεως μίας ελάχιστης κατ’ έτος άδειας μετ’ αποδοχών, το δικαίωμα αποζημίωσης σε περίπτωση απόλυσης, το δικαίωμα λήψεως δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα και πολλά άλλα προνόμια που έχει ως αποτέλεσμα η εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας. Επιπροσθέτως, άτομο που δεν απασχολείται με καθεστώς εξαρτημένης εργασίας δεν μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα συνδικαλιστικής δράσης του, καθώς μέλη σε συνδικάτα μπορούν να είναι μόνο εργαζόμενοι.

Τέλος, αξιοσημείωτο είναι ότι η υποκρυπτόμενη σχέση εξαρτημένης εργασίας έχει δυσμενείς συνέπειες και για τον εργοδότη, καθώς, εκτός από πιθανή δικαστική εμπλοκή του για εργατικές διαφορές μετά από πρωτοβουλία του εργαζόμενου, δεν καταβάλλει εργοδοτικές και εργατικές εισφορές ως οφείλει, γεγονός που ενδέχεται να επιφέρει ποινικές κυρώσεις βάσει των άρθρων 1 και 2 του Ν. 86/1967.