Ο νέος εργασιακός νόμος 4808/2021 μεταρρύθμισε το καθεστώς του απεργιακού δικαιώματος, τροποποιώντας τις διατάξεις του Ν. 1264/1982 και του Ν. 2224/1994 σχετικά με τη νόμιμη άσκησή του.

Kατ’ αρχάς, μεταρρυθμίστηκαν ζητήματα αναφορικά με την υποχρέωση γνωστοποίησης απεργίας και στάσεων εργασίας, σε συνάρτηση με το είδος των παρεχόμενων υπηρεσιών και τη διεξαγωγή Δημόσιου Διαλόγου στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ, τα Ν.Π.Δ.Δ., καθώς και στις επιχειρήσεις δημόσιου χαρακτήρα ή κοινής ωφέλειας. Παράλληλα, αντικαταστάθηκε το άρθρο 21 του Ν. 1264/1982, αναφορικά με την υποχρέωση παροχής Προσωπικού Ασφαλείας και Προσωπικού Ελάχιστης Εγγυημένης Υπηρεσίας. Τέλος, για πρώτη φορά προβλέφθηκε η υποχρέωση προστασίας του δικαιώματος στην εργασία για τους εργαζόμενους που δεν απεργούν.

Ειδικότερα, αναφορικά με την υποχρέωση γνωστοποίησης απεργίας και στάσεων εργασίας, ισχύει, πλέον, ότι η προειδοποίηση της εργοδοτικής πλευράς θα πρέπει να είναι έγγραφη και να επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή. Μέχρι πρότινος, δεν προβλεπόταν ιδιαίτερος τύπος για την ειδοποίηση, αν και στην πράξη γινόταν, συνήθως, με επίδοση εγγράφου γνωστοποίησης της απεργίας με δικαστικό επιμελητή. Σκοπός της προειδοποίησης παραμένει η προσπάθεια επίλυσης της συλλογικής διαφοράς με ειρηνικά μέσα (διαπραγματεύσεις).

Προσέτι, με το άρθρο 92 οι επιχειρήσεις ραδιοφωνίας και τηλεόρασης παύουν να θεωρούνται επιχειρήσεις κοινής ωφελείας ή δημοσίου χαρακτήρα, η λειτουργία των οποίων «έχει ζωτική σημασία για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου». Για τις συνδικαλιστικές οργανώσεις που κηρύσσουν απεργία στις επιχειρήσεις αυτές, εκτός από την υποχρέωση γνωστοποίησης των αιτημάτων προ τεσσάρων ημερών, λόγω της κρισιμότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών, επιβάλλεται η πρόσθετη υποχρέωση πρόσκλησης του εργοδότη σε Δημόσιο Διάλογο.

Μάλιστα, το άρθρο 94 θεσπίζει ως προϋπόθεση του κύρους της απεργίας για τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας ή δημόσιου χαρακτήρα, την υποχρέωση πρόσκλησης-διεξαγωγής Δημοσίου Διαλόγου πριν την κήρυξη της απεργίας. Ο Διάλογος αποτελεί ύστατο μέσο για την ειρηνική επίλυση της διαφοράς, δεδομένου ότι μέσω της απεργίας δεν πλήττεται μόνο ο εργοδότης αλλά και το κοινωνικό σύνολο.

Η σημαντική διαφοροποίηση από τις προϊσχύουσες διατάξεις που εισάγει το άρθρο 94, είναι η αναστολή του δικαιώματος άσκησης απεργίας για τις επιχειρήσεις δημόσιου χαρακτήρα ή κοινής ωφέλειας, όσο διαρκεί ο Δημόσιος Διάλογος. Έτσι, ενισχύεται η σημασία του Δημοσίου Διαλόγου, καθώς μέχρι πρότινος, το δικαίωμα της απεργίας αναστελλόταν μόνο σε κατάσταση πολιορκίας και, υπό περιπτώσεις, σε περίπτωση διαιτησίας (για 10 ημέρες).

Όσον αφορά το Προσωπικό Ελάχιστης Εγγυημένης Υπηρεσίας στις επιχειρήσεις κοινής ωφελείας ή δημοσίου χαρακτήρα, εξακολουθεί να προβλέπεται η υποχρέωση ορισμού Προσωπικού Ασφαλείας και πρόσθετου προσωπικού, με κριτήρια το είδος της επιχείρησης και την κρισιμότητα της παρεχόμενης υπηρεσίας για το κοινό. Σε κάθε περίπτωση, ο ορισμός του εν λόγω προσωπικού δεν θα πρέπει να καθιστά δυσχερή την άσκηση του δικαιώματος απεργίας. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 95 εξειδικεύεται στο 1/3 της συνήθους παρεχόμενης υπηρεσίας το ποσοστό των αναγκών του κοινωνικού συνόλου που πρέπει να καλυφθεί, ενώ με κοινή απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, δύναται να περιοριστεί το ποσοστό της συνήθους παρεχόμενης υπηρεσίας.

Τέλος, εισάγεται νέα υποχρέωση για όλες τις συνδικαλιστικές οργανώσεις που κηρύσσουν απεργία, να προστατεύουν το δικαίωμα των εργαζομένων που δεν απεργούν, να προσέρχονται και να αποχωρούν ελεύθερα και ανεμπόδιστα από την εργασία τους και να παρέχουν αυτή, χωρίς εμπόδιο και ιδίως, χωρίς την άσκηση σωματικής ή ψυχολογικής βίας σε βάρος τους. Εάν παραβιαστούν αυτά, η απεργία μπορεί να διακοπεί με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ενώ υπαίτια παραβίασή της γεννά αστική ευθύνη της αρμόδιας συνδικαλιστικής οργάνωσης και των υπαίτιων μελών του διοικητικού της συμβουλίου.