Γράφει η Μαρίλια Παυλή, Aσκούμενη Δικηγόρος, ΚΡΕΜΑΛΗΣ Δικηγορική Εταιρεία

Είναι πάγιο φαινόμενο, οι χώροι εργασίας να αποτελούν γόνιμο έδαφος για να αναπτυχθούν παραβατικές συμπεριφορές, κυρίως λόγω της σχέσης εξάρτησης, που ευνοεί την αποσιώπηση της πλειονότητας αυτών. Ο φόβος αντιποίνων αποθαρρύνει τους δυνητικούς πληροφοριοδότες δημοσίου συμφέροντος από την αναφορά όσων έχουν πέσει στην αντίληψή τους.
Η νέα ρύθμιση του Ν.4990/2022 που ενσωματώνει την Οδηγία 2019/1937, σκοπό έχει να προστατέψει τα πρόσωπα που αναφέρουν τις εν λόγω παραβιάσεις στο μέτρο που αυτές αντίκεινται στην Ευρωπαϊκή νομοθεσία, ιδρύοντας ένα σύστημα αναφοράς των παραβιάσεων και μία σειρά κυρώσεων για όσους προσπαθούν να αποτρέψουν κάποια αναφορά ή να εκδικηθούν αυτόν που την έκανε.

Σχετικά με το σύστημα αναφοράς: στο άρθρο 8 και 9 προβλέπεται ότι οι φορείς του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, αντίστοιχα, που απασχολούν από 50 υπαλλήλους και άνω, υποχρεούνται να ορίσουν Υπεύθυνο Παραλαβής και Παρακολούθησης Αναφορών (Υ.Π.Π.Α.). Για τους δημόσιους φορείς που απασχολούν μέχρι και 49 υπαλλήλους, αρμοδιότητες Υ.Π.Π.Α. ασκεί ο Σύμβουλος Ακεραιότητας του άρθρου 23 του ν. 4795/2021 (Α’ 62) ή ο Υ.Π.Π.Α. του εποπτεύοντος Υπουργείου, εφόσον δεν έχει συσταθεί θέση Συμβούλου Ακεραιότητας. Οι φορείς του ιδιωτικού τομέα που απασχολούν λιγότερους από 50 εργαζομένους μπορούν να ορίζουν Υ.Π.Π.Α. Η παραβίαση της υποχρέωσης ορισμού Υ.Π.Π.Α. συνεπάγεται επιβολή προστίμου, από την Επιθεώρηση Εργασίας ή τον αρμόδιο εποπτικό φορέα. Σε κάθε περίπτωση, η αναφορά μπορεί να υποβληθεί στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας που επιλαμβάνεται της υποθέσεως ως εξωτερικός δίαυλος αναφοράς. Η ταυτότητα των αναφερομένων προστατεύεται καθ’ όλη τη διάρκεια των ερευνών που κινήθηκαν από την αναφορά ή τη δημόσια αποκάλυψη, ενώ από τα άρθρα 14 και 15 του ν.4990/2022 απορρέει και υποχρέωση των αρμόδιων για προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και εμπιστευτικότητα της διαδικασίας. Μετά την αναφορά στον Υ.Π.Π.Α., αυτή μεταβιβάζεται στα αρμόδια όργανα του φορέα.

Προστατευόμενοι πληροφοριοδότες δημοσίου συμφέροντος -όπως ορίζεται στο άρθρο 6- είναι οι εργαζόμενοι στον δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, ανεξάρτητα του εάν είναι πλήρους ή μερικής απασχόλησης, μόνιμης ή εποχιακής ή αν έχουν αποσπαστεί από άλλον φορέα. Ακόμη, προστασίας χαίρουν, όσοι, η σχέση εργασίας τους έχει λήξει για οποιονδήποτε λόγο -περιλαμβανομένης της συνταξιοδότησης- ή δεν έχει ξεκινήσει καν -π.χ. κατά τη διαδικασία πρόσληψης- . Η Ευρωπαϊκή Οδηγία, ωστόσο, μεριμνώντας σωστά για κάθε πιθανό σενάριο ανταποδοτικής συμπεριφοράς, προέβλεψε ότι το πεδίο εφαρμογής της πρέπει να επεκτείνεται και σε τρίτα πρόσωπα ή επιχειρήσεις που θα μπορούσαν να υποστούν βλάβη, με τη μορφή αντιποίνων στον αναφέροντα, λόγω του ότι ο τελευταίος συνδέεται μαζί τους.

Προϋπόθεση βέβαια σε όλα αυτά, είναι ο αναφέρων να έχει βάσιμους λόγους να θεωρεί ότι οι πληροφορίες σχετικά με τις αναφερόμενες παραβιάσεις είναι αληθείς και υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του νόμου. Αντίβαρο σ’ αυτή την προϋπόθεση, είναι η παράγραφος 3 του άρθρου 23 που απειλεί με φυλάκιση τουλάχιστον 2 ετών και χρηματική ποινή, όσους εις γνώσιν τους προέβησαν σε ψευδείς αναφορές. Όσοι έχουν δεχθεί αντίποινα, δικαιούνται να ζητήσουν είτε αποζημίωση είτε επαναφορά στην προτέρα κατάσταση. Τέλος, οποιαδήποτε ρήτρα ή συμφωνία αναγκάζει κάποιον να παραιτηθεί από τα εν λόγω δικαιώματα, είναι άκυρη ως προς αυτό το μέρος της.