Δικαίωμα των εργαζομένων στην απενεργοποίηση των ψηφιακών συσκευών τους μετά τη συμπλήρωση του ημερήσιου ωραρίου εργασίας τους.

Κατά τη διάρκεια της Covid-19 εποχής και με την από 11.3.2020 Π.Ν.Π. καθιερώθηκε κατά τρόπο αναγκαστικό και για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας και πρόληψης της διασποράς του κορωνοϊού, η παροχή της εργασίας από το σπίτι, εφόσον αυτό είναι εφικτό και συνάδει με τη φύση της παρεχόμενης εργασίας. Όπως συνάγεται, από τον Ν. 3846/2010, η ρύθμιση της τηλεργασίας εκκινεί από την αρχή της οικειοθελούς μετάβασης σε ένα τέτοιο καθεστώς παροχής εργασίας και προϋποθέτει συμφωνία των μερών, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να επιβληθεί μονομερώς από τον εργοδότη. Σε κάθε περίπτωση ο εργαζόμενος έχει τη δυνατότητα να δεχθεί ή να αρνηθεί την πρόταση του εργοδότη όσον αφορά στην μετάβαση σε καθεστώς τηλεργασίας.

Δεδομένων, όμως, των έκτακτων συνθηκών έχει καθιερωθεί ένα σύστημα υποχρεωτικής τηλεργασίας μονομερώς επιβαλλόμενο και δη με την τελευταία Κοινή Υπουργική Απόφαση με αριθμό 48690/1476 – ΦΕΚ 5245/Β/26-11-2020, έχει παραταθεί μέχρι και τις 31-12-2020 το σύστημα της υποχρεωτικής εξ αποστάσεως παροχής εργασίας σε ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) επί του συνολικού αριθμού των εργαζομένων σε επιχειρήσεις – εργοδότες που εδρεύουν ή έχουν υποκατάστημα σε οποιαδήποτε Περιφερειακή Ενότητα της χώρας.

Αξιοσημείωτο αποτελεί το γεγονός ότι, σύμφωνα με στοιχεία της Eurofound, υπολογίζεται ότι από την έναρξη της πανδημίας Covid-19 μέχρι και σήμερα, περισσότερο του 1/3 των πολιτών της Ευρώπης εργάζεται πλέον από το σπίτι του εξαιτίας των περιορισμών λόγω του κορωνοϊού. Υπό τις υπό κρίση συνθήκες, καταλαβαίνουμε ότι η ακριβής μέτρηση και τήρηση του χρόνου εργασίας καθίσταται δυσχερής. Τα ως άνω, όμως έκτακτα μέτρα δεν θα πρέπει να αποδεσμεύουν τους εργοδότες από την υποχρέωσή τους να εφαρμόζουν ένα αντικειμενικό και αξιόπιστο σύστημα μέτρησης του ημερήσιου χρόνου εργασίας κάθε εργαζομένου που παρέχει την εργασία του εκτός των εγκαταστάσεων του εργοδότη.

Η ανωτέρω υποχρέωση, όπως προκύπτει από την Οδηγία 89/391 σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση της βελτίωσης της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία, εμπίπτει στη γενική υποχρέωση των κρατών-μελών και των εργοδοτών να δημιουργούν την απαραίτητη οργάνωση και να παρέχουν τα αναγκαία μέσα για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων τους.

Η εξέλιξη της τεχνολογίας η οποία ναι μεν διευκολύνει την παροχή της εργασίας από το σπίτι αλλά και οπουδήποτε αλλού, καθώς και ανά πάσα στιγμή, σε συνδυασμό με την αναποτελεσματική και ανεπαρκή επίβλεψη εκ μέρους του εργοδότη ως προς την τήρηση του ημερήσιου χρόνου εργασίας, έχουν οδηγήσει σε φαινόμενα άτυπης επέκτασης των ωραρίων και ως αποτέλεσμα και σε άμβλυνση της προσωπικής και επαγγελματικής ζωής των εργαζομένων. Και αυτό, διότι η συνεχής διαθεσιμότητα των εργαζομένων μέσω των λεγόμενων «έξυπνων» ψηφιακών συσκευών επηρεάζει αρνητικά την ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής, καθώς και την εν γένει σωματική και ψυχική τους υγεία.

Δεν θα πρέπει, βέβαια, να ξεχνάμε ότι η προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων αποτελεί τη δέκατη εκ των είκοσι αρχών του ευρωπαϊκού πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων, σκοπός του οποίου συνιστά η εξασφάλιση στους ευρωπαίους πολίτες νέων και αποτελεσματικών δικαιωμάτων. Σύμφωνα με την ως άνω αρχή, οι εργαζόμενοι έχουν δικαίωμα σε υψηλού επιπέδου προστασία της υγείας και της ασφάλειάς τους στην εργασία. Οι ίδιοι έχουν δικαίωμα σε εργασιακό περιβάλλον που είναι προσαρμοσμένο στις επαγγελματικές τους ανάγκες και το οποίο τους επιτρέπει να παρατείνουν την παραμονή τους στην αγορά εργασίας.