Παρά τη σημασία προστασίας των εργαζομένων μέσω της πρόληψης της καταπόνησής τους και ρύθμισης των συνθηκών εργασίας τους σε περίπτωση ακραίων καιρικών φαινομένων, δεν έχει υπάρξει προς το παρόν ένα σαφές ρυθμιστικό πλαίσιο στην ελληνική έννομη τάξη.

Γενικότερα, το άρθρο 657 του Αστικού Κώδικα προβλέπει ότι σε περίπτωση μη προσέλευσης στην εργασία, όχι λόγω υπαιτιότητας του εργαζομένου αλλά ένεκα σπουδαίου λόγου, που οφείλεται σε αδυναμία μετακίνησής του, λόγω των ακραίων καιρικών συνθηκών, ο εργαζόμενος δικαιούται κανονικά τις αποδοχές του για την ημέρα ή τις ημέρες απουσίας, αρκεί να έχει προηγηθεί τουλάχιστον δεκαήμερη πραγματική εργασία στον εργοδότη.
Σύμφωνα, μάλιστα, με την καλή πίστη, δικαιολογείται η μη παροχή εργασίας, λόγω διακοπής των συγκοινωνιών και επικινδυνότητας των δρόμων, για παράδειγμα, εξαιτίας σφοδρής χιονόπτωσης και παγετού, καθώς τα ανωτέρω γεγονότα αποτελούν τυπική περίπτωση σπουδαίου λόγου.

Επιπλέον, δεδομένων των ανωτέρω και δυνάμει του άρθρου 656 του Αστικού Κώδικα, αν ο εργαζόμενος δεν κατόρθωσε, παρά την καταβληθείσα εκ μέρους του προσπάθεια, να μεταβεί στην εργασία, το δικαίωμα στις αποδοχές θεμελιώνεται, εφόσον η επιχείρηση λειτούργησε κανονικά ή στην περίπτωση κατά την οποία δεν λειτούργησε κανονικά καθ’ υπαιτιότητα του εργοδότη, ο οποίος δεν έλαβε τα απαραίτητα μέτρα.

Αντίθετα, κατ’ άρθρο 380 Αστικού Κώδικα, τα μέρη απαλλάσσονται αμοιβαία από τις υποχρεώσεις τους, σε ό,τι αφορά την παροχή εργασίας και αμοιβής, σε περίπτωση που η επιχείρηση παρέμεινε κλειστή, λόγω ασυνήθους σε ένταση χιονόπτωσης ή καύσωνα, καθώς είναι κατ’ αντικειμενική κρίση αδύνατο να λειτουργήσει. Σε κάθε περίπτωση, ημέρα κατά την οποία ο εργαζόμενος δεν κατορθώσει να μεταβεί στην εργασία του, λόγω ακραίων καιρικών συνθηκών, δεν μπορεί να χρεωθεί μονομερώς από τον εργοδότη στον μισθωτό ως ημέρα κανονικής άδειας.

Η εκδοθείσα από το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας εγκύκλιος υπ’ αριθμ. 30354/2011 αφορά στη λειτουργία επιχειρήσεων και θεμάτων εργασίας κατά τη διάρκεια ακραίων καιρικών φαινομένων (χιονοπτώσεων), ενώ σε περίπτωση καύσωνα εφαρμόζεται η προσφάτως εκδοθείσα από το Υπουργείο Εργασίας εγκύκλιος υπ’ αριθμ. 56738/2021. Αμφότερες προβλέπουν, μεταξύ άλλων, κατηγορίες εργαζομένων που πλήττονται και επηρεάζονται περισσότερο, εξαιτίας των εκάστοτε καιρικών συνθηκών. Η υπαγωγή των εργαζομένων στις παραπάνω ομάδες γίνεται από τον Ιατρό Εργασίας της επιχείρησης ή όπου δεν απασχολείται Ιατρός Εργασίας με ιατρική βεβαίωση που προσκομίζει ο ίδιος ο εργαζόμενος.
Όσον αφορά στα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται από τους εργοδότες, η έλλειψη νομοθετικού ρυθμιστικού πλαισίου είναι δεδομένη και προκύπτει από τις ρυθμίσεις που σποραδικά εντοπίζονται σε παλαιότερα νομοθετήματα, ενώ ακόμη δυσκολότερη και δαιδαλώδης είναι η εύρεση και ενσωμάτωση των εφαρμοστέων ρυθμίσεων σε περίπτωση τεχνικών και οικοδομικών έργων.

Για παράδειγμα, στο Π.Δ. 16/1996, εδάφια 8.1 και 23, Παραρτήματα Ι και ΙΙ, προβλέπεται ότι οι χώροι εργασίας σε όλη τη διάρκεια του ωραρίου πρέπει να έχουν θερμοκρασία ανάλογη με τη φύση της εργασίας και τη σωματική προσπάθεια που απαιτείται και εφόσον οι εργαζόμενοι απασχολούνται σε εξωτερικές θέσεις εργασίας, αυτές πρέπει να διευθετούνται κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να προστατεύονται, λαμβανομένων πάντα υπόψη και των κλιματολογικών συνθηκών. Επιπλέον, βάσει του εδαφίου 2, Παράρτημα ΙΙ, Π.Δ. 62/1998 απαγορεύεται η απασχόληση ανηλίκων εργαζομένων σε συνθήκες κατά τις οποίες ο νέος εκτίθεται σε δυσμενή καιρικά φαινόμενα κατά την εκτέλεση υπαίθριων εργασιών, ενώ κατ’ άρθρο 3, Π.Δ. 176/1997 απαγορεύεται στην περίπτωση εγκύων και γαλουχουσών εργαζομένων κάθε δραστηριότητα που ενδέχεται να τις εκθέσει σε ακραίες συνθήκες καταπόνησης, λόγω ψύχους.

Δυνάμει των ανωτέρω, διαφαίνεται η επιτακτική ανάγκη διαμόρφωσης ενός ενιαίου και σαφούς ρυθμιστικού πλαισίου, που θα προασπίζει μεν τα δικαιώματα των εργαζομένων, ενώ παράλληλα, θα διευκολύνει τους εργοδότες στο δύσκολο έργο διαμόρφωσης των αναγκαίων πολιτικών προστασίας.