Μια εκτενής μελέτη σε 256 ανώτατα στελέχη αναδεικνύει την έντονη αντίφαση μεταξύ της τεχνολογικής προόδου και της ανάγκης για ανθρώπινες δεξιότητες.

Υπάρχει ένα παράδοξο που συναντάμε συχνά σε επιχειρήσεις στην Ελλάδα. Τα στελέχη ενδιαφέρονται να επενδύσουν σημαντικά κεφάλαια σε τεχνητή νοημοσύνη και γενικότερα σε ψηφιακό μετασχηματισμό, αλλά την ίδια στιγμή διατυπώνουν την άποψη ότι δεν βρίσκουν ανθρώπους με «ανθεκτικότητα» και «ενσυναίσθηση». Ενώ θέλουν να καταλάβουν και να εκμεταλλευτούν τα πλεονεκτήματα που προσφέρουν οι τεχνολογικές εξελίξεις, επιζητούν την ενίσχυση με ικανότητες ενεργητικής ακρόασης, αναλυτικής και κριτικής σκέψης. Η αντίφαση αυτή δεν είναι τυχαία.

Μια από τις πρώτες έρευνες για το μέλλον της εργασίας και δεξιοτήτων στην Ελλάδα, που πραγματοποιήθηκε από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών με την υποστήριξη της Ειδικής Γραμματείας Μακροπρόθεσμου Σχεδιασμού, με 256 ανώτατα στελέχη, επιβεβαιώνει αυτό που πολλοί υποψιάζονταν χωρίς όμως να έχουν τα αναγκαία δεδομένα. Η επιτυχία για τις περισσότερες επιχειρήσεις το 2030 δεν θα κριθεί από το πόσο γρήγορα θα υιοθετήσουν νέες τεχνολογίες, αλλά από το αν θα καταφέρουν να αναπτύξουν τις δεξιότητες που κάνουν τις τεχνολογίες χρήσιμες.

Σύμφωνα με τη μελέτη, το 92% των επιχειρήσεων προβλέπει ότι θα υιοθετήσει πρωτοποριακές τεχνολογίες έως το 2030. Το 90% μάλιστα δηλώνει ότι σκοπεύει ενσωματώσει την τεχνητή νοημοσύνη. Όμως, όταν ρωτήθηκαν ποιες δεξιότητες θα είναι κρίσιμες για την επιβίωση και την ανάπτυξη, οι ίδιοι άνθρωποι απάντησαν κάτι εντελώς διαφορετικό: ανθεκτικότητα, ενσυναίσθηση, επικοινωνία, δημιουργικότητα, κριτική σκέψη, διαχείριση ανθρώπων. Από τις δέκα σημαντικότερες δεξιότητες, οι οκτώ είναι ανθρωποκεντρικές.

Η ΑΝΤΙΦΑΣΗ ΤΩΝ ΔΕΞΙΟΤΗΤΩΝ
Αυτή η αντίφαση δεν είναι θεωρητική. Εμφανίζεται καθημερινά στον τρόπο που οι οργανισμοί επενδύουν (ή δεν επενδύουν) στην ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού. Μόλις το 39% των στελεχών πιστεύει ότι τα μελλοντικά κενά δεξιοτήτων θα καλυφθούν επαρκώς μέσω κατάρτισης. Το 62% αναγνωρίζει ότι το εργατικό δυναμικό χρειάζεται επανεκπαίδευση για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της επόμενης δεκαετίας. Παρόλα αυτά, τα σημερινά προγράμματα κατάρτισης δεν δίνουν προτεραιότητα στις δεξιότητες που οι ίδιοι οι οργανισμοί θεωρούν απαραίτητες. Το χάσμα αυτό μπορεί να αποτυπωθεί σε αριθμούς. Οι συμμετέχοντες εκτιμούν ότι μόνο το 52% των βασικών δεξιοτήτων θα παραμείνει αμετάβλητο. Με άλλα λόγια, σχεδόν η μισή «γνώση» που διαθέτει σήμερα ένας εργαζόμενος θα έχει περιορισμένη αξία το 2030. Όμως η απάντηση δεν είναι περισσότερα σεμινάρια και πιστοποιήσεις στην χρήση της τεχνολογίας. Είναι κάτι πιο θεμελιώδες.

ΓΙΑΤΙ ΟΙ «ΗΠΙΕΣ» ΔΕΞΙΟΤΗΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΠΙΟ ΣΚΛΗΡΕΣ
Υπάρχει μια παρανόηση γύρω από τις ανθρωποκεντρικές δεξιότητες. Αρκετά στελέχη θεωρούν ότι είναι κάτι το «φυσικό», κάτι που κάποιος «έχει ή δεν έχει». Αυτό όμως δεν είναι αλήθεια. Η ενεργητική ακρόαση, η διαχείριση ανθρώπων, η ανθεκτικότητα, η δημιουργικότητα δεν είναι χαρακτηριστικά προσωπικότητας, είναι συμπεριφορές που μπορούν να μετρηθούν, να διδαχθούν και να αναπτυχθούν συστηματικά.

Η διαφορά μεταξύ ενός οργανισμού που επενδύει στις δεξιότητες αυτές με μεθοδικότητα και ενός που τις αφήνει στην τύχη γίνεται ορατή στις κρίσιμες στιγμές. Για παράδειγμα, όταν μια ομάδα πρέπει να προσαρμοστεί σε απρόβλεπτες αλλαγές, όταν ένας manager καλείται να διαχειριστεί αντικρουόμενες προτεραιότητες, όταν μια επιχείρηση αντιμετωπίζει απώλεια ταλέντου επειδή κανείς δεν διέγνωσε έγκαιρα τα προειδοποιητικά σήματα.

Επιπρόσθετα, τα ευρήματα δείχνουν ότι το 32% των επιχειρήσεων δυσκολεύεται να βρει εργαζομένους με τις κατάλληλες δεξιότητες. Το πρόβλημα δεν φαίνεται να είναι η έλλειψη ικανών πτυχιούχων. Το 68% των στελεχών θεωρεί ότι οι απόφοιτοι πανεπιστημίων διαθέτουν επαρκή εφόδια. Αλλά μόνο οι μισοί πιστεύουν το ίδιο για τους αποφοίτους λυκείου. Το χάσμα δεν φαίνεται να είναι κυρίως στις τεχνολογικές ικανότητες αλλά στις ανθρώπινες.

Η ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΩΣ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ
Ένα από τα πιο αποκαλυπτικά ευρήματα αφορά την τεχνητή νοημοσύνη. Ενώ το 90% των επιχειρήσεων σχεδιάζει να την υιοθετήσει, οι ίδιες επιχειρήσεις προβλέπουν ότι θα καταργήσει περισσότερες θέσεις από όσες θα δημιουργήσει. Το ισοζύγιο είναι αρνητικό. Συγκριτικά, τεχνολογίες όπως η ανάλυση μεγάλων δεδομένων, η κυβερνοασφάλεια και οι τεχνολογίες μετριασμού κλιματικής αλλαγής αναμένεται να δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας.Η τεχνητή νοημοσύνη δεν φαίνεται ότι θα αντικαταστήσει (τουλάχιστον όχι άμεσα), τους ανθρώπους που διαθέτουν κριτική σκέψη, δημιουργικότητα και ικανότητα διαχείρισης σύνθετων καταστάσεων. Θα αντικαταστήσει εκείνους που εκτελούν επαναλαμβανόμενες εργασίες χωρίς να προσθέτουν ανθρώπινη κρίση. Το ερώτημα δεν είναι αν θα επιβιώσουν οι εργαζόμενοι, αλλά αν θα αναπτύξουν τις δεξιότητες που η τεχνητή νοημοσύνη δεν μπορεί να αναπαραγάγει ή που απαιτούνται για να αξιοποιεί επαρκώς.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι μικρές επιχειρήσεις στην Ελλάδα εμφανίζουν ιδιαίτερα αυξημένη διάθεση υιοθέτησης της τεχνητής νοημοσύνης, υψηλότερη ακόμα και από τις μεγάλες. Παρότι στερούνται τους πόρους των μεγάλων επιχειρήσεων, η οργανωσιακή ευελιξία τους μπορεί να λειτουργήσει ως ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η τεχνολογία θα συνοδεύεται από ισόρροπη επένδυση στην ανάπτυξη ανθρώπινων ικανοτήτων.

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ
Όταν το 39% των επιχειρήσεων επιλέγει εργαζομένους για κατάρτιση με κριτήριο τη διαφορετικότητα και τη συμπερίληψη, και το 34% εστιάζει σε θέσεις που διατρέχουν κίνδυνο κατάργησης, υποδηλώνεται ότι ένα μέρος των επιχειρήσεων αρχίζει να σκέφτεται μακροπρόθεσμα. Αυτό όμως δεν αρκεί. Η μεθοδολογία έχει σημασία. Ένα πρόγραμμα ανάπτυξης ηγεσίας που βασίζεται σε γενικότητες δεν έχει καμία σχέση με ένα πρόγραμμα που ταυτόχρονα αποτιμά συγκεκριμένες συμπεριφορές, χρησιμοποιεί αξιολογήσεις με αποδεδειγμένη εγκυρότητα και αξιοπιστία, και παρακολουθεί την πρόοδο με συγκεκριμένους δείκτες. Αυτό αποτελεί τη θεμελιώδη διαφορά μεταξύ μιας πραγματικής αλλαγής συμπεριφοράς και μιας εντύπωσης περί αλλαγής. Η ανάπτυξη δεξιοτήτων δεν είναι θέμα καλών προθέσεων, αλλά θέμα ακριβούς διάγνωσης, στοχευμένης παρέμβασης και συστηματικής παρακολούθησης.

ΤΟ 2030 ΕΧΕΙ ΗΔΗ ΞΕΚΙΝΗΣΕΙ
Η μελέτη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το μέλλον της εργασίας διαμορφώνεται από την τεχνολογία, αλλά θα κριθεί από τον άνθρωπο. Το πρόβλημα όμως δεν φαίνεται να είναι η έλλειψη επίγνωσης. Οι περισσότερες επιχειρήσεις αναγνωρίζουν τη σημασία των δεξιοτήτων του μέλλοντος. Το πρόβλημα είναι η αναντιστοιχία μεταξύ του τι λένε ότι χρειάζονται και του πού πραγματικά επενδύουν. Η απόσταση μεταξύ στρατηγικής πρόθεσης και υλοποίησης παραμένει μεγάλη.

Εδώ ακριβώς εμφανίζεται η αξία της εξειδίκευσης: επιχειρήσεις που κατανοούν πώς να σχεδιάσουν, να υλοποιήσουν και να μετρήσουν προγράμματα ανάπτυξης με ακρίβεια. Που γνωρίζουν τη διαφορά μεταξύ μιας αξιολόγησης που απλώς περιγράφει και μιας που προβλέπει. Που δεν πουλούν λύσεις, αλλά οικοδομούν ικανότητες.

Το 2030 μπορεί για πολλούς να φαντάζει κάπως μακριά, αλλά έχει ήδη ξεκινήσει. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται σήμερα, για το ποιες δεξιότητες θα αναπτυχθούν, πώς θα μετρηθούν, ποιοι θα επενδύσουν χρόνο στην κατάρτιση, θα καθορίσουν ποιοι οργανισμοί θα ευδοκιμήσουν και ποιοι θα διαπιστώσουν, πολύ αργά, ότι η τεχνολογία μόνη της δεν αρκεί. Ίσως το πιο σημαντικό ερώτημα που προκύπτει από την έρευνα δεν είναι τι θα αλλάξει το 2030, αλλά πώς θα διασφαλίσουμε ότι οι άνθρωποι που θα καλούνται να διαχειριστούν αυτές τις αλλαγές θα είναι πραγματικά έτοιμοι.